ευθετώ

εὐθετῶ, -έω (ΑΜ) [εύθετος]
1. ευθετίζω, διευθετώ
2. είμαι κατάλληλος για κάτι («εὐθετεῑ πᾱσι χρῆσθαι» — είναι κατάλληλος για κάθε χρήση, Θεόφρ.)
3. βρίσκομαι κάπου στην κατάλληλη περίσταση, είμαι πρόσφορος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐθέτῳ — εὔθετος well arranged masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθέτωι — εὐθέτῳ , εὔθετος well arranged masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διευθετώ — και διευθετίζω (AM διευθετῶ, έω Μ και διευθετίζω) [ευθετώ] τακτοποιώ, ταξινομώ, συγυρίζω νεοελλ. 1. εξομαλύνω τις υπάρχουσες διαφορές, διακανονίζω 2. (το θηλ. μτχ. ως ουσ.) η διευθετούσα ευθεία που ορίζεται ως γεωμετρικός τόπος σε κωνικές τομές …   Dictionary of Greek

  • ευθέτηση — η (Μ εὐθέτησις) [ευθετώ] η διευθέτηση, η τακτοποίηση νεοελλ. (για ιστία) η στροφή προς την κατεύθυνση τού ανέμου μσν. οικονομική άνεση, ευπορία …   Dictionary of Greek

  • ευθημονούμαι — εὐθημονοῡμαι, έομαι (ΑΜ, Μ και εὐθημονῶ, έω) [ευθήμων] 1. τακτοποιώ, ευθετώ («εὐθημονεῑσθαι τὰ κατὰ τὰς αὑτῶν οἰκήσεις», Πλάτ.) 2. βρίσκομαι στην κατάλληλη θέση …   Dictionary of Greek

  • εύθετος — η, ο (ΑΜ εὔθετος, ον) 1. σωστά τοποθετημένος, στη σωστή θέση 2. (για χρόνο) κατάλληλος, αυτός που παρέχει ευκαιρία για κάτι (α. «ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ» β. «εἰς εὔθετον καιρόν») μσν. αρχ. 1. κατάλληλος («πηγὰς ὑδάτων εἰς λουτρὰ εὐθέτους») 2.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.